Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΠΕΤΑΜΕΝΕΣ ΓΛΑΣΤΡΕΣ



Έμοιαζε σαν συνωμοσία κι έτσι την γουστάρανε. Λίγο μετά τα 14 και οι δύο και καλοκαίρι. Ιούνιος στην πόλη. Δεν ξέρανε αν θα πηγαίνανε διακοπές . Ευκαιρία για δράση......
Ποδήλατο. Φυσικά και ονειρευόντουσαν αυτοκίνητο. Στα ηλεκτρονικά τα είχανε σκίσει όλα τα μοντέλα. Ονειρευόντουσαν μέχρι την περασμένη εβδομάδα γιατί αυτή είχανε μπει σε άλλο τρυπάκι.

Κομποστοποίηση. Κάθε νέος θέλει να διαφέρει είπε ο καθηγητής, θαυμαστής του Μάνου Χατζιδάκι. 
Συχνά έφερνε φράσεις του στην τάξη. Η Ελλάδα πηγαίνει μπροστά απ τις εξαιρέσεις της. Στην καρδιά τους μίλησε αυτή η φράση. Ναι είμαστε η εξαίρεση. Δεν πάμε με το ρεύμα, δεν πάμε με τους κανόνες των δικών μας….

«Ετσι δεν είναι ρε Μένιο;» Τη ζητούσε την επιβεβαίωση ο Κωστής όταν το πιάνανε τα υποχωρητικά του.

Ο Κωστής είχε βρεί αυτό τον κάδο κομποστοποίησης παρατημένο στην απέναντι πολυκατοικία. Κάποιος τόχε ξεκινήσει. Μετακομίσανε. Τον ξέχασαν. Βρώμαγε.. άρα ήταν έτοιμο το λίπασμα. Ο Μένιος ήταν καλός στη βιολογία, ταξερε αυτά, ναι ήταν έτοιμος. Ο πατέρας διαμαρτυρόταν για τη βρώμα. Μάλιστα είχε ρίξει κι ένα καυγά με τους σκουπιδιαραίους.

Όλα είχαν ξεκινήσει από κάτι φωτογραφίες πουχαν δεί στο internet απ τη Γαλλική πόλη Bourges. Ψάχνανε μια εργασία και πέσανε στα πεζοδρόμια. Εκεί έγραφε ότι ο κάθε κάτοικος φρόντιζε και το πεζοδρόμιο μπροστά του. Το σκούπιζε, έβαζε γλάστρες στο στύλο, και κανανε και διαγωνισμό. Τότε το πήραν απόφαση. Μόλις τελειώσει το σχολείο θα φτιάξουμε τα δυο πεζοδρόμια έξω απ τις πολυκατοικίες του Μένιου και του Κωστή.

Ο Μένιος ήταν καλός σ αυτά. Είχε και πατέρα αρχιτέκτονα, χωρισμένοι οι γονείς του, ήξερε και από υλικά. Γενικά χρήσιμη παρέα.

Λοιπόν ξεκινάνε, τάπαμε τα ιστορικά. Πήραν δυο σακούλες σκουπιδιών, πήραν το σουρωτήρι για τα μακαρόνια, πήραν σφυρί, πήραν και τα ποδήλατα.

«Πρέπει να μαζέψουμε χώμα απ τη επιφάνεια. Μη σκάψουμε σε πολύ βάθος γιατί χάνονται οι μικροοργανισμοί» είπε ο Μένιος.

«Σιγά μη μπορούμε να σκάψουμε σε βάθος με δυο σφυριά»

Μάζεψαν παραπάνω από μισή σακούλα χώμα καθένας. Ναναι καλά το οικόπεδο, στην άλλη πλευρά του δρόμου…εε… και λίγο κλέψιμο απ το παρκάκι. Παίρνανε το χώμα το περνάγανε απ το σουρωτήρι για ναναι καθαρό… Έτοιμο.

«Εγώ δε πάω εκεί πέρα»

«Τι φοβάσαι ρε ;»

«Όχι ,δε πάω, γιατί μου βρωμάει»

Δουλειά για τον Κωστή αυτή. Ανοίγει το βαρέλι της κομποστοποίησης και βάζει μπόλικο λίπασμα στη δεύτερη σακούλα. Βούρ στο υπόγειο για το ανακάτεμα. Εκεί δε του βρώμαγε του Μένιου. Άρα φοβότανε μη τον πιάσουνε. Άρα..κότα.

Η δουλειά είχε τελειώσει. Πάμε για τα γλαστράκια. Δε ξέρω αν ήταν η εποχή, αλλά οι κάδοι σκουπιδιών είχανε από πέντε έξι πεταμένα πλαστικά γλαστράκια ο καθένας. Αμέσως μαζέψανε τα έξι που θέλανε. Τρείς κολώνες από δυο η κάθε μια, έξι. Μια χαρά.

Το σχέδιο ήταν τέλειο. Μέχρι και πράσινη μπογιά για να τα βάψουνε είχανε βρει. Πολλά χέρια βέβαια. Πολύ λέρωμα βέβαια. Αλλά δε βαριέσαι είναι για καλό.

«Και πως θα τα στερεώσουμε στις κολώνες ; Γιατί στη Γαλλία ήταν πάνω σε κολώνες ψηλά».

Άμα είναι να γίνει η δουλειά να γίνει και καλά. Έλεγε ο πατέρας του Μένιου που όπως είπαμε ήταν και αρχιτέκτονας. 
 Τούχε κάνει και μια κουβέντα ο Μένιος, έτσι στο απόξω απόξω για πως στηρίζουνε γλάστρες, κι αφού τον είχε πρήξει στην πατέντα ο πατέρας και στις διπλές αναιρούμενες βίδες με τσέρκι , τούπε και το απλό. 
Με σύρμα οικοδομής και μια τανάλια, να έτσι κι έτσι.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν είχε τελειώσει το βάψιμο στις γλάστρες, θα στέγνωνε όπου νάναι με τόση ζέστη. Βέβαια είχαν βγει έξω απ το χρονοδιάγραμμα, γιατί είχαν και χρονοδιάγραμμα, ποδήλατο και στις οικοδομές. Κάπου θάχουν πεταμένο σύρμα. Και είχανε. Μάλλον μαζέψανε πολύ αλλά δε βαριέσαι. Καλύτερα να περισσέψει παρά  να λείψει. 
Ο πατέρας του Μένιου τόλεγε κι αυτό. Τώρα τι θα το κάνεις τόσο που θα περισσέψει…

Οι θηλιές ήτανε εύκολες για τα γλαστράκια. Με τα δυο χέρια η τανάλια. Κι ο άλλος να κρατάει τη γλάστρα με χέρια και με πόδια, για να σφίξει. Σε μισή ώρα είχανε τελειώσει, αλλά είχε αρχίζει να σκοτεινιάζει και η μαμά του Μένιου γενικώς φοβόταν.

«Μην ξεχάσεις το ξυπνητήρι» του είπε καθώς απομακρυνόταν σουζάρωντας το ποδήλατο.

Ήταν πρωί, νωρίς το πρωί πολύ νωρίς το πρωί. Ευτυχώς η μάνα του Μένιου ξεκίναγε αξημέρωτα για δουλειά, ευτυχώς οι γονείς του Κωστή δεν έπαιρναν τίποτα χαμπάρι μέχρι τις 10, ευτυχώς τα φυτώρια ανοίγουν απ τις 7.

Κοινό ταμείο 16 ευρώ. Υπήρχαν φυτά με 1,5 και με 50 λεπτά.. αλλά δεν έλεγαν τίποτα. Μην ξεχνάμε ότι έπρεπε να μείνει και λίγο χαρτζιλίκι μέχρι το τέλος της εβδομάδας, μην τα διαλύσουμε όλα.

«Αυτό κάνει τρία ευρώ κι αυτό τέσσερα» είπε ο φυτωριάς .

 Καλό και το τρία ευρώ.. αλλά το τέσσερα ήταν αυτό που χρειαζόταν. Ετσι μεγαλούτσικο.. έτσι σα να κρέμεται , γιατί οι περαστικοί θα βλέπουν τον πάτο της γλάστρας όχι το από πάνω , άρα λοιπόν θα πρέπει να κρέμεται, είχε και κόκκινα λουλουδάκια…

«να βάλουμε δύο μωρέ» τόλμησε να πει ο Κωστής.

Ο Μένιος έδειξε την απογοήτευσή του. « Άμα είναι να γίνει η δουλειά να γίνει σωστά»

«Τι δουλειά θέλετε να γίνει ;» είπε ο φυτωριάς

Τώρα τι να πούνε.. πώς να δικαιολογηθούνε….πατέρας του Μένιου και πάλι… «πες την αλήθεια.. είναι ο πιο ανώδυνος δρόμος τελικά»

Και την είπανε…. Και τότε ο φυτωριάς.. τους έδωσε τα 4 κρεμαστά, τους έδωσε και δυο πιπεριές μεγάλες κι ωραίες , τους είπε και πως ακριβώς να τις φυτέψουν , και πώς να τις ποτίζουν , εκεί ψηλά που θα μπούνε… και τους πήρε 10 ευρώ…

«Να σας μείνει και λίγο χαρτζιλίκι»… μετά το «ευχαριστούμε πολύ» καπνός γίνανε με τα ποδήλατα… μπορεί και να άλλαζε γνώμη.

Να κρεμαστούνε απ την τρύπα που έχει ο στύλος. Τόχανε υπολογίσει αυτό. Δεν είχανε υπολογίσει το βάρος. Όχι και ασήκωτο αλλά λίγο άβολο. Καλά οι πιπεριές ήταν ασήκωτες. 

Θα τους έπαιρνε περισσότερη ώρα απ ότι υπολογίζανε και θα τους καταλάβαιναν οι γείτονες και θ αρχίζανε τα πανηγύρια.
Σκάλα ναι. Αλουμινένια εύκολη. Αλλά ήθελε τέσσερα χέρια. Να πάει η γλάστρα ψηλά. Να ανέβουν και οι δύο στη σκάλα ; Το παλεύανε . Σερνόταν η σκάλα. Θόρυβος. Αμάν.

« Βάλε μια καρέκλα να τον βοηθήσεις».

 «Ο ψηλός στην καρέκλα». Ο ψηλός ήταν ο Μένιος. 

Η φωνή ακούστηκε από ένα γέρο, που γενικά τον θεωρούσαν στριμμένο, και μάλιστα, τον μεγάλο αντίπαλο στην προσπάθεια. Η φωνή ακούστηκε απ το απέναντι μπαλκόνι. Οι γέροι είναι λιγόυπνοι γαμώτο.
Καρέκλα λοιπόν και με τα χίλια ζόρια στερεώθηκε το πρώτο ζευγάρι. Χαρά μεγάλη αλλά και αγωνία η ώρα περνούσε και θα ξυπνάγανε και άλλοι λιγόυπνοι γέροι. Το δεύτερο μπήκε πιο εύκολα. Το τρίτο όμως ζευγάρι αυτό με τις πιπεριές ήταν ασήκωτο. Το ψιλικατζίδικο στο βάθος του δρόμου είχε ανοίξει, και σε λίγο θα έρχονταν οι πρώτοι πελάτες. Δεν μας παίρνει ο χρόνος. Τι να κάνουμε;

«Τι κάνετε εκεί ρε λεβέντες ;»

Η συμφορά προσωποποιημένη. Δυο αστυνομικοί με περιπολικό. Ότι χειρότερο. Βγήκε ο ένας και πλησίασε.

«χαλάμε τη δημόσια περιουσία ;»

«Την ομορφαίνουμε» ψέλλισε ο Μένιος

Ο αστυνομικός χαμογέλασε με την απάντηση του πιτσιρικά.

«’Εβγα ρε Μανώλη να βοηθήσουμε τα παιδιά» 

«έτσι για να ξεκινήσει καλά η μέρα» κάτι είπε ο Μανώλης για την υπηρεσία , αλλά βγήκε από το περιπολικό.

« Δυο λεπτά θα κάνουμε»

‘Έχουν περάσει οχτώ χρόνια από τότε που μετακόμισε απ την παλιά του γειτονιά ο Κωστής κι είπε να περάσει μια βόλτα με τη μηχανή. Καλοκαιράκι. Με το που έστριψε την Λεμεσού, βρέθηκε στον παλιό του δρόμο. Τάχασε! Όλες οι κολώνες σ όλο το δρόμο είχαν γλάστρες επάνω, τα πεζοδρόμια καθαρά , λουλούδια στα μπαλκόνια των ισογείων..λες κι έβλεπε τη φωτογραφία απ τη Bourges
Έσβησε τη μηχανή και ψιλοχάζευε. Σίγουρα δουλειά του δήμου.. αλλά ποιοι είχαν την πρώτη ιδέα .. και την υλοποίησαν κιόλας . Ένα ζευγαράκι τον προσπέρασε και πρόλαβε κι άκουσε τη φωνή του νεαρού:

«Ο πατέρας μου είχε δώσει τις πρώτες έξι γλάστρες σε κάτι πιτσιρίκια και κοίτα πως γέμισε ο δρόμος» 

« Ομορφιά ε ;»









2 σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...