Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Tα δέκα ευρώ....




Μία ιστοριούλα που θα μπορούσε να είναι αληθινή.............




« Είσαι με τα καλά σου ; ; ;» ακούστηκε νευριασμένος, ακούστηκε σχεδόν έξαλλος … ήταν πολύ απότομη έκρηξη και υποψιάστηκε ότι κάτι άλλο τον βασάνιζε, και ξέσπασε εκεί.
«Πιο σιγά χριστιανέ μου, θα ξυπνήσουν τα παιδιά» έδωσε ένα τόνο χαλάρωσης, ώσπου να καταλάβει τους λόγους της έκρηξης. Τον κοίταξε με χαμηλωμένο βλέμμα.
Έσπρωξε το πιάτο με το φαί από μπροστά του και έβαλε το κεφάλι μες τα χέρια του.
«’Έλα μωρέ…. εντάξει, δέκα ευρώ ήτανε».. τόλμησε να του πει
Χαμήλωσε λίγο τον τόνο του. «Έδωσες δέκα ευρώ σε έναν λαθρομετανάστη, όταν εγώ, δεν πήρα στη μικρή τα σοκολατάκια , γιατί έκαναν τέσσερα ;»
«Μου φάνηκε ότι είχε ανάγκη» και μετάνιωσε που αποκάλυψε το μικρό της μυστικό, και ξεκίνησε όλη αυτή η συζήτηση.
«Και το παιδί σου είχε ανάγκη κι εγώ έχω ανάγκες, και δεν ξέρω κάποιον που να μην έχει ανάγκη…. Δεν ξέρω αν έχω δουλειά αύριο.. δεν ξέρω τίποτα…. Ζούμε σε μια ανασφάλεια … κι εσύ πας και δίνεις λεφτά….»
Δεν τον πείραξαν τα δέκα ευρώ τόσο πολύ, όσο κάτι άλλο… θα της το πει όπου νάναι…..ναι…. δεν άργησε..
«Δεν πρέπει να βοηθάς τους λαθρομετανάστες,..δεν πρέπει…. Είναι θέμα πολιτικής… τους δίνεις θάρρος και θα θέλουν να μείνουν εδώ… και τι να τους κάνουμε όλους αυτούς…..άσε που τα δέκα ευρώ, δεν θα τα πήρε ο ίδιος , αλλά το κύκλωμα που τον έφερε εδώ…. Δεν κλείνουν οι πολιτικοί τα σύνορα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τους κλείσουμε την ελπίδα, να πάνε να παλέψουν στη χώρα τους… όχι στη δική μας…….»
«Εντάξει … λάθος μου..» δεν το πίστευε, αλλά έτσι, για να κλείσει τη συζήτηση.
«Ένα πιάτο φαί είπα να φάω…..» Το παράτησε και πήγε προς την τηλεόραση
Την άλλη μέρα στο σούπερ μάρκετ μίλαγε με την Γιώτα. Της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Η Γιώτα, είχε μια τάση να τακτοποιεί τα πράγματα στο μυαλό της.
«Δεν ξέρω αν συμφωνώ μαζί του ή όχι. Βλέπω δίκιο απ τη μια και βλέπω και σκληράδα απ την άλλη. Κι εσύ ρε καημένη έπρεπε να του το πεις ;»
«Αφού είχα ξεμείνει από λεφτά, θα του ζήταγα σε λίγο…. Ε νόμιζα ότι θα τόβλεπε κι αλλιώς…Εντάξει ένα μαυρούκος…. 10 ευρώ έδωσα… πραγματικά μου φάνηκε ότι είχε ανάγκη….η αλήθεια είναι ότι αισθάνθηκα πολύ ωραία…εντάξει δε θα το ξανακάνω… μπορεί να έχει δίκιο για αυτό που λέει με την πολιτική…»
Η Γιώτα κοίταξε το ρολόι της , σε λίγο θα τέλειωνε το διάλειμμα.
«Άκου να δεις τι έκανα εγώ πριν από χρόνια. Θυμάσαι τότε που είχαν βγάλει τα τσιγγανάκια στα φανάρια ; Έδινα πότε 10 λεπτά, πότε 20 … Ώσπου κάποτε είδα ένα πιτσιρίκι, που ότι πήρε, πήγε και τα έδωσε σ έναν μεγάλο που στεκόταν κάτω από την γέφυρα…. Τώρα θα δεις σκέφτηκα. Πήγα και πήρα μια σακούλα καραμέλες , κι όποτε κάποιο πιτσιρίκι μου χτύπαγε το τζάμι του αυτοκινήτου, του έδινα γλυκά. Μια δυο, λες και ήταν συνεννοημένα, σταμάτησαν να μου χτυπάνε και πήγαιναν σε άλλα αυτοκίνητα… Έτσι πάλεψα την εκμετάλλευση !!»
Ήταν πολύ περήφανη η Γιώτα μ αυτή της την κίνηση. Είχε ένα ύφος σα να έλεγε….. Χτύπησα το κατεστημένο και το διέλυσα.
Χαμογέλασε… εδώ που τα λέμε …. Ήταν καλή ιδέα….
Όταν πήγε σπίτι της, πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο των παιδιών. Σίγουρα κάτι θάβρισκε. Βρήκε το σακουλάκι με τις γκοφρετούλες (τα σοκολατάκια που έλεγε ο πατέρας τους ). Η μικρή προσπαθούσε να γδύσει μια κούκλα.
«Την θες, τη σακουλίτσα αγάπη μου ; ή να την πετάξω μη βρωμίσουμε ;»
Η μικρή ήταν απόλυτη. « Δε τη θέλω… αφού δε μ αρέσουν αυτά… όλο τα λάθος μου παίρνει ο μπαμπάς…πες του»
Την επόμενη το πρωί , επικράτησε ένα μικρός πανικός. Τα μεγάλα είχαν φύγει για το σχολείο βιαστικά, κι είχαν παρατήσει τη μικρή να κοιμάται. Όταν ξύπνησε είχε ήδη χάσει μισή ώρα κι έτρεχε η μάνα σαν τρελή, να την ετοιμάσει και να την πάει σχολείο. Είχε όμως ήδη κίνηση στο δρόμο. Θα αργούσε στη δουλειά της, νάναι καλά η Γιώτα που θα τη σώσει, και στο φανάρι, είδε κι άλλον «μαυρούλι». Έκανε και κρύο, ποιος να ανοίξει τζάμι να πάρει χαρτομάντιλα. Είχε μια ήρεμη συγκατάβαση στο πρόσωπό του. Έδειχνε ευγενικός και παραδομένος στη μοίρα του. Μ ένα χαμόγελο, που δεν ξέρει αν έχουν όλοι οι άνθρωποι απ τη χώρα που προέρχεται, αλλά της άρεσε. Έμοιαζε σχεδόν αρχοντικός παρ όλη τη νεαρή του ηλικία. Πως τόλεγε εκείνος ο σοφός : Αρχοντικός και στο μεγαλείο και στη συμφορά.
Δεν το πολυσκέφτηκε. Έριξε μια ματιά απ τον καθρέφτη, στη μικρή που ήταν απορροφημένη στο βιβλίο της, άνοιξε λίγο το τζάμι, βούτηξε δυο γκοφρετούλες απ το σακούλι δίπλα της και της έδωσε. Ξαναγύρισε το βλέμμα στον καθρέφτη. Η μικρή στο βιβλίο της.
Ο «μαυρούλης» πήρε τις γκοφρέτες και δεν ήξερε τι να κάνει. Χαμογέλασε , όχι επαγγελματικά, (όπως όταν του δίνεις για τα χαρτομάντιλα) αλλά σχεδόν φιλικά. Κοίταξε βιαστικά δεξιά αριστερά, σα να φοβάται μην τον δει κανείς και τις έβαλε στο στόμα του αστραπιαία.
Η πρώτη της σκέψη ήταν : Λες να τις έφαγε με τα χαρτιά ;
Η δεύτερη : Έχει δίκιο ο άλλος…. Φοβάται μην τον πάρει χαμπάρι το αφεντικό του.
Η Τρίτη : Καλά ήταν … θα το ξανακάνω.
Η Γιώτα ήταν ….αναλυτική « Μπράβο… έδωσες μια γερή γροθιά στο κατεστημένο…. όλοι πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμά σου..» Της φάνηκε σα να της κάνει πλάκα…σα να τη δουλεύει… αλλά δεν ήταν και πολύ σίγουρη.
Είχε περάσει σχεδόν μια βδομάδα, είχε μοιράσει προ πολλού όλες τις γκοφρετούλες και η αντίδραση ήταν παρόμοια. Απορία, ευχαρίστηση, φάγωμα σχεδόν με τα χαρτιά. Δεν ήταν πολύ σίγουρη , αν η ματιά δεξιά αριστερά απ τον φόβο μην τον δει κανείς, ήταν η ίδια….. ή ήταν πάντα.
Έστρωνε το τραπέζι όταν σκεφτόταν , να το πει κάπου αυτό εκτός απ τη Γιώτα, η να μην το πει. Απ την άλλη σκεφτόταν, ότι αύριο πρέπει να πάρει μια σακούλα απ το σούπερ μάρκετ, για να συνεχίζει να μοιράζει. Τέσσερα ευρώ την εβδομάδα επί 4 εβδομάδες, δεκαέξι ευρώ τον μήνα. Εντάξει αξίζουν τα λεφτά για την ευχαρίστηση που νοιώθει….μόνο να μην πάρει χαμπάρι ο δικός της τίποτα, γιατί θάχουμε επανάσταση..και… και δεν υπάρχει λόγος… Άρα να μην πει τίποτα σε κανένα κατέληξε.
Πάνω που τον σκεφτόταν , άνοιξε η πόρτα και μπήκε. Η πρώτη χαρά που της έδινε ο άντρας της όταν έμπαινε στο σπίτι ήταν ίδια και απαράλλαχτη τόσα χρόνια. Όσο πέρναγε ο καιρός, μίκραινε η χρονική διάρκεια της χαράς, αλλά ήταν πάντα η ίδια σε ένταση. Χαμογέλασε. Χαμογέλασε κι ο άντρας. Πλησίασε κατευθείαν τη μικρή (της είχε και αδυναμία).
«Τι έφερα εγώ στο κουκλί μου;»
Φώτισε το πρόσωπο της μικρής αλλά για πολύ λίγο. Ο άντρας έβγαλε τη σακουλίτσα με τις γκοφρετούλες και όλος χαρά της έδωσε στο παιδί. Η κίνηση της μικρής ήταν αστραπιαία.
«Πάρτες μαμά, να τις δώσεις στους μαυρούκους κι αυτές. Εμένα έτσι κι αλλιώς δε μ αρέσουν.
Μαμά, μπαμπάς είχανε μείνει σα στήλες άλατος. Δεν ήξεραν πώς να αρχίσουν…και τι να πούνε…και πώς να το πούνε…και ποιος είχε φάει ήττα…και τι γινόταν…. Κι ήταν και το παιδί μπροστά… και…και….
Τη σιωπή την έσπασε ο σύζυγος. Αντί για έκρηξη , πήρε το ύφος που αποκτά όταν λέει κάτι πολύ σοφό…σπουδαίο…μοναδικό… (κατά τη γνώμη του πάντα)
«Πρώτα φεύγει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούι». Και με βασιλικό βήμα κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα για να αλλάξει.





Απόσπασμα από το βιβλίο μου, στην μνήμη του αδελφού μου.

3 σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...