Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ


Ήταν χειμώνας. Κι ήταν τέσσερα café στη σειρά. Και τα τέσσερα franchise . Ανήκαν σε τέσσερεις γνωστούς, που αργότερα αργότερα έγιναν φίλοι και μετά εχθροί και μετά πάλι φίλοι και άντε πάλι...

Εκείνη δεν άντεχε τον άντρα της.... 
Όχι πως δεν τον αγαπούσε...αλλά ήταν φορές που δεν τον άντεχε. Τον είχε βαρεθεί . Αυτός ο κύριος, είχε την πολυτέλεια, να πηγαίνει κάθε πρωί και στα τέσσερα café, και το μόνο που έκανε, ήταν να μαζεύει τα freepress έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά και να τα κουβαλάει στο σπίτι, και να τα διαβάζει όλα. Απ την άλλη, τον λυπόταν . 
Ήταν είκοσι χρόνια συνταξιούχος και πώς να περάσει τη μέρα του. Όταν τουρχόταν να ανοίξει την τηλεόραση, τον άκουγε και η απέναντι πολυκατοικία.

Εκείνη ήταν δέκα χρόνια μικρότερη. Όταν ήταν μικρά τα εγγόνια, είχε και μια χαρά όταν τα κρατούσε, αλλά τώρα μεγάλωσαν κι έχουν τις δικές τους παρέες και έρχονται μια Κυριακή το μήνα κι αυτό για λίγα λεπτά. 
Δεν άντεχε επίσης, τον σύζυγο της κόρης και την σύζυγο του γιού. Αλλά που να το πει και που να το εξομολογηθεί.
 Στον άντρα της ; Σάματις θα καταλάβει ; Αυτός μόλις ακούει μεσημεριανή εκπομπή , που μιλάει για παρόμοια προβλήματα στην τηλεόραση, αρχίζει το κήρυγμα 

 «που πάει αυτός ο κόσμος» και «με τι ασχολείσαι γριά γυναίκα» και όλο τέτοια ενθαρρυντικά.

Τρείς απολαύσεις είχε . Η μία ήταν, το σχεδόν καθημερινό τηλεφώνημα με την κόρη, η δεύτερη ήταν τα τρία πρωινά τσιγαράκια, μέχρι να επιστρέψει ο γέρος με τα freepress και η τρίτη και καλύτερη , όταν βρίσκονταν οι τέσσερις αρχαίες φίλες στο café και…παραπονιόντουσαν για όλους και για όλα. Απ τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, μέχρι τους γιατρούς του ΙΚΑ. Σ αυτή την κουβέντα, θάκανε και δυο τσιγάρα παραπάνω. Τάχε απαγορεύσει βέβαια ο γιατρός .. αλλά ποιος ακούει τους γιατρούς του ΙΚΑ.

Ήταν οι μέρες, που η κυβέρνηση αποφάσισε να εφαρμόσει τον αντικαπνιστικό νόμο.
Ξεκινώντας απ το σπίτι για να πάει στο café με τις φιλενάδες της έκαναν εντύπωση ορισμένα πράγματα.
 Πρώτα από όλα, ότι ο περιπτεράς ήταν έξω απ το περίπτερο, με το κινητό στο χέρι και να κοιτάει. Δεύτερο ότι στο μανάβικο είχαν απλώσει όλα τα καλάθια , σχεδόν στη μέση του δρόμου. Τρίτο ,δυο τρείς πιτσιρικάδες ακρολισμένοι, ακροβολισμένοι, αποκομμένοι (δεν ήξερε και τη σωστή λέξη) . Τέταρτο , ότι στο café τα δυο γκαρσόνια ήταν στο σαλόνι, κι όχι κοντά στην μπάρα που συνήθιζαν, κι έκαναν ώρες μέχρι να τις εξυπηρετήσουν.
Το «σαλόνι» του café ήταν στην ουσία ένας στεγασμένος χώρος με τζάμια γύρω-γύρω, όπου μπορούσες να καπνίσεις, γιατί θεωρούνταν εξωτερικός χώρος.
Αθάνατη Ελλάδα με τα παραθυράκια σου. Εντάξει, έκανε λίγο κρύο σε σχέση με το κανονικό σαλόνι, αλλά είχες το ελεύθερο για κάπνισμα.

Με το που μπήκε μέσα είδε μόνο την Κούλα.

«Που είναι οι άλλες ;»

«Μου έστειλαν sms ότι περιμένουν λεωφορείο ακόμα» Τόχε η Κούλα με την τεχνολογία….τόχε !

Με το που έκατσε ήρθε το γκαρσόνι, έδωσε παραγγελία και απρόσμενα τη ρώτησε.

«θα καπνίσετε ;» τον κοίταξε για λίγο παραξενεμένη, έγειρε το κεφάλι σε νόημα συγκατάβασης και αστραπή της έφερε το γκαρσόνι, σταχτοδοχείο.

«Κάτι συμβαίνει που δε μ αρέσει» είπε η Κούλα «μήπως θα γίνει κάνα κίνημα ;» 

Όσο κι αν ήταν της τεχνολογίας και της προόδου, είχε περάσει μεγάλες λαχτάρες τον Απρίλιο του 67 η Κούλα, κι οτιδήποτε παράξενο το έλεγε «κίνημα» και φυσικά φοβόταν.
Συνδύασε αυτή την κουβέντα με τα παράξενα πουχε δει…..και…και θέλουν πολύ οι γριές για ν αρχίσουν να ανησυχούν ;
Μόλις είχε σβήσει το πρώτο τσιγαράκι όταν μπήκαν οι φιλενάδες. Πάνω στα φιλιά και τις αγκαλιές πέρασε το γκαρσόνι, μάζεψε το σταχτοδοχείο και με την άκρη του ματιού της , είδε να μαζεύει και τα άλλα.
Κάτσανε . Αρχίσανε τα του λεωφορείου. Η Κούλα κοίταγε ανήσυχη.

«Γιατί πήραν τα τασάκια ;»

«Δε ξέρω, μάλλον για να τα καθαρίσουνε»..ούτε η ίδια δε το πίστευε αυτό, αλλά δεν είναι να βάλεις την Κούλα να αγχώνεται …κάηκες.

Συνεχίζανε την κουβέντα για τα λεωφορεία, δεν την απασχολούσε το θέμα κι έτσι χάζευε τριγύρω. Είδε το γκαρσόνι να κοιτάει έξω απ τη τζαμαρία με ανησυχία, κράταγε και το κινητό στο αυτί. Αμέσως μετά έκανε ένα συνωμοτικό νόημα στο άλλο γκαρσόνι και αυτό έφερε σταχτοδοχείο και πήρε παραγγελίες.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει…αλλά και πάλι η Κούλα.

«Θα πάρω το γιό μου … θα μας πιάσουν οι αστυνόμοι… όλα ύποπτα είναι… μην καπνίζεις θα σε βάλουν φυλακή» της έκανε την παρατήρηση .

Ε , βέβαια αισθάνθηκε χαζή που δεν το είχε καταλάβει. Είχε στηθεί σύστημα συνεννόησης. Ο περιπτεράς έβλεπε τους αστυνομικούς, ειδοποιούσε τον μανάβη να τους καθυστερήσει, που θα του κάνουν παρατήρηση για τα καλάθια που είχε στη μέση του δρόμου, οι δυο πιτσιρικάδες ήταν για αντιπερισπασμό ή στα δύσκολα να τρέξουν μέχρι τα café να ειδοποιήσουν να μαζέψουν τα τασάκια…να είμαστε όλοι νόμιμοι…
Είναι απίστευτοι οι έλληνες… και όλοι αυτοί πληρωνόντουσαν ;…. μπα μάλλον θα το κάνανε εθελοντικά… δεν μπορεί….. όλη η προσπάθεια να ξεγελάσουμε το νόμο !
Όταν είναι ειρήνη τσακώνονται οι έλληνες, όταν έχουν πόλεμο όλοι εναντίον του κοινού εχθρού, έλεγε η μάνα της. Μπορεί και ένα αντίστοιχο σύστημα να είχαν στην Κατοχή…

«Κι ύστερα μου λες ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται» αυτό το τελευταίο, της ξέφυγε και το είπε δυνατά.

Η Κούλα αγχώθηκε, οι άλλες δύο προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει (ακόμα για τα λεωφορεία συζητούσαν), αναγκάστηκε να τους πει όλο τον συλλογισμό της.
Αφού τέλειωσε είπε ν ανάψει κι άλλο τσιγάρο, αλλά το γκαρσόνι της πήρε πάλι το σταχτοδοχείο και μετά από δυο λεπτά, μπήκαν δυο τύποι της δημοτικής αστυνομίας.

«Ωχ ωχ ωχ, και δεν έχω και ταυτότητα μαζί μου»

«Ηρέμησε Κούλα» της είπε»αυτοί είναι της τοπικής αστυνομίας, δεν πιάνουν κόσμο.

Κάτι είπαν οι αστυνόμοι με τα γκαρσόνια, έδειχναν και τις τζαμαρίες, κάτι είπαν για πρόστιμο κι έφυγαν.
Τα γκαρσόνια στα κινητά. Τα σταχτοδοχεία επανήλθαν.
Όλη η σκηνή με τους αστυνόμους διαδραματίστηκε πάνω απ το κεφάλι ενός θαμώνα. Τον θυμόταν απ τις προηγούμενες συναντήσεις με τα κορίτσια. Ο θαμώνας μιλούσε με τον προϊστάμενο.

«Προκειμένου να σας τρώει η αγωνία , δε θα ήταν καλύτερα να σταματήσουμε το κάπνισμα για τις δυο ώρες που είμαστε εδώ ; λες να μας κάνει κακό ;»

«ναι άλλα άντε πες το στους πελάτες που μόνο με το τσιγάρο χαλαρώνουν, θα εξαφανιστούν»

«Είναι πως θα το πεις» απάντησε ο θαμώνας «σ άλλους θα το πείς ως συμβουλή , σ άλλους ως απειλή…ας πούμε..θα τρέχεις στους γιατρούς….»

Ορισμένες γριές είναι να μην ακούσουν τη λέξη «γιατρός» , σα να χτυπάει ένα καμπανάκι κινδύνου , ορισμένες πάλι όχι.. χαλαρώνουν… οι συγκεκριμένες γριές ανήκαν στην πρώτη σχολή αντιμετώπισης… δεν τους θέλαν τους γιατρούς !!

Η Κούλα βούτηξε το σταχτοδοχείο και φώναξε στο γκαρσόνι.

«Πάρτο αυτό από δω ρε παιδάκι μου , έχει βρωμίσει ο τόπος»

Για να δούμε σκέφτηκε , θα τη βγάλουμε με σκέτη κουβέντα ; και ξεκίνησε το αγαπημένο της θέμα προς συζήτηση … τη νύφη της !

1 σχόλιο:

  1. Πέτρος Γιαννίσης30 Ιανουαρίου 2011 - 10:03 π.μ.

    Ελένη μου αρέσουν πολύ αυτά που γράφεις. Συνέχισε έτσι και εμείς θα σε στηρίξουμε όσο περνάει από το χέρι μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...