Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Βγάζαμε τα καλά μας βιβλία…

Στις μεγάλες μέρες, στις γιορτές, βγάζαμε τα καλά μας βιβλία, όπως οι άλλοι τα καλά τους ρούχα.
Αρρωσταίναμε για να διαβάζουμε. Ανοίγαμε τα μεγάλα βιβλία. Ανεβάζαμε, πιάναμε 40 πυρετό. Οι αμυγδαλές μας, κατακόκκινες, ανθισμένες, τεράστιες. Καιγόμασταν. Ψηνόμασταν. Δεν πέρασαν μεγάλες μέρες χωρίς τον μεγάλο πυρετό, το θερμόμετρο, το τίναγμά του, την κόκκινη γραμμούλα του πάνω-κάτω, τη δροσιά του στη μασχάλη, το διάβασμα. Πάσχα. Χριστούγεννα. Ανάσταση. Γέννηση. Τσάι του βουνού με μέλι. Αμοξίλ. Ντεπόν. Ασπιρίνες. Πορτοκάλια. Πορτοκαλάδες. Σούπες. Φανέλες ζεστές. Γαργαρισμοί. Αλατόνερο. Κομπρέσες. Εντριβές. Βεντούζες. Πυρετός. Διάβασμα.
Η απολογία του Ντιμίτρι Καραμάζωφ. Η αμαξοστοιχία Βαρσοβία – Πετρούπολη μέσα στην ομίχλη. Τα βαγόνια της τρίτης θέσης… Δυο επιβάτες… Νέοι… Χωρίς αποσκευές… Ο Πρίγκιψ Λέων Νικολάγιεβιτς Μίσκιν… Ο Ραγκόζιν… Η Ναστάσια Φιλίποβνα… Χωνόμασταν κάτω από τα σκεπάσματα, κουκουλωνόμασταν, φανταζόμασταν… Μοιράζαμε τον εαυτό μας σε πολλούς…
Το σιδηροδρομικό σταθμό της Πετρούπολης, τη συνάντηση της Άννα Καρένινα με τον Βρόνσκη, την πλατφόρμα, τα κύματα του ατμού, το σφύριγμα του τρένου… Ο σταθμάρχης με το παράξενο χρωματιστό πηλήκιο… Ο μηχανοδηγός, τα βαγόνια… Τους μαντεμένιους τους τροχούς… Κι όσο ο πυρετός προχωρούσε, ανέβαινε, ερχόταν το παραμιλητό, ερχόταν με τη κόκκινη τσάντα της η Άννα Καρένινα περπατώντας πάνω στις ράγες… Εκεί, εκεί… Όχι… Όχι… Ναι…
Στις γιορτές, στις μεγάλες μέρες, ετοιμαζόμασταν για τις εξετάσεις τις δικές μας, τις παντοτινές, τις μυστικές, τις δύσκολες, ετοιμαζόμασταν για τα μαρτύρια. Τα βασανιστήρια. Ταμπουρωνόμασταν, φτιάχναμε, υψώναμε τα τείχη, σκάβαμε την τάφρο, την απομόνωση, τη φυλακή.
Με τι μανία πέφταμε πάνω στα βιβλία, πόσο επιδέξια κρυβόμασταν, πόσο αποτελεσματικά αποφεύγαμε τα τέρατα, τους συγγενείς, κυρίως, τους φίλους – φίδια, τις γιορτές, τις ευχές, αγκαλιές, φιλιά, χάδια, ψέματα, υποκρισία.
Τι δωμάτια, τι κάμαρες απροσπέλαστες φτιάχνουν το διάβασμα και ο πυρετός, πως αποτρέπουν κάτι έξαλλους κάτι ενοχλητικούς, κάτι απίθανους, κάτι φλύαρους, κάτι ποντικομαμές. Τι κλειδαριές, τι αμπάρες, τι κάστρα άπαρτα.
Κι όταν έφευγαν όλοι για τους χορούς και τις επισκέψεις, για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, τι ανακούφιση, τι τρελή χαρά! Αρχίζαμε το φωναχτό το διάβασμα, σχεδόν τραγουδιστό απ’ τη χαρά μας. Όρθιοι, πάνω στο κρεβάτι, πάνω στα νερά…
«…Η Χαδούλα, η λεγόμενη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρες, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαίουσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετεί τους άλλους…»
Φωναχτά. Με την περισπωμένη, τη δασεία, τη ψιλή, την υπογεγραμμένη, καλή τους ώρα, έφευγε ο πυρετός, ανέβαινε, σκαρφάλωνε αλλού, άλλα θερμόμετρα, πετούσε, μας έπαιρνε μακριά μαζί του. Μακριά. Σε άλλα μέρη. Δροσερά. Στα πηγάδια της φωτιάς. Στη μαύρη πέτρα που θα γυρνούσαμε αργότερα.
Ερχόταν, επέστρεφε, μας έριχνε κάτω, όταν επέστρεφαν οι άλλοι. Τα λόγια, τα φαρμάκια τους. Οι συμβουλές τους.
Στις γιορτές, στις μεγάλες μέρες, γυμναζόμασταν, δυναμώναμε αρρωσταίνοντας, κάναμε πρόβες για το μετά, για το έξω απ’ το σπίτι, για το μακριά. Για τις αυριανές μεγάλες μάχες… Για τη μεγάλη πόλη, για τα μεγάλα τέρατα. Παίρναμε, κλέβαμε θάρρος. Εμβολιαζόμασταν…
«Ώστε να είπη έχετε υγείαν, εδιέβη τριάντα μίλια. Και ώστε να του απολογηθούν, άλλα εξήντα πέντε…»
Αρρωσταίναμε για να ξεφύγουμε, να τους αποφύγουμε, διαβάζαμε για να φύγουμε όσο πιο μακριά γινόταν...
Ποιος καλή του ώρα, να μας δίδαξε τη μέθοδο, τον τρόπο, ποιος άγιος άνθρωπος μπήκε πρώτος με το βιβλίο σπίτι μας, ποιος το κράτησε ανοιχτό δίπλα στο τζάκι; Ποιος μας έδειξε τον δρόμο; Ποιος επινόησε αυτή την ασπίδα; Ποιος μας έκλεισε πονηρά το μάτι και μας άνοιξε αυτή την παρηγοριά; Τι μαρτύρια θα είχε περάσει, τι σταυρούς, τι καρφιά, τι φαρμάκια, τι λιθοβολισμούς, τι χολές, τι επιθέσεις…



γράφει η Λίτσα Θεοδώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...