Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Θέλει τόλμη για να κοιτάς όνειρα κρυμμένα σε παλιά συρτάρια

Γράφει η Αγγελική Ρουμελιώτου-Πούπουζα
-Κοινωνική Λειτουργός
-Στέλεχος Συμβουλευτικής
ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων

Και κει που νόμιζες ότι όλα ήταν φτιαγμένα ν΄ αντέξουν , όλα ήταν φτιαγμένα όπως εσύ ήθελες , η ζωή γέλασε μαζί σου (…πάλι θα μου πεις). Έτσι γελά η ζωή κάθε φορά που εμείς κάνουμε σχέδια ερήμην της. Κι εκεί, το ένιωσες στο πετσί σου. Ξέρω , ένοιωσες –κι εσύ- ένα πόνο οδυνηρό κάπου εκεί πίσω στη πλάτη, πόνο αδιευκρίνιστο , πόνο που δεν μπορείς να περιγράψεις, μα μόνο να νοιώσεις μπορείς. Ένοιωσες το παρελθόν να σε ρουφά ανελέητο …το παρελθόν… τα θεμέλια … οι ρίζες. Σε προκαλούσε να κοιτάξεις εκεί πίσω, όσο μπορείς να κοιτάξεις πίσω δίχως να τρομάζεις, με ότι άφησες για να προχωρήσεις, με ότι πούλησες για να αγοράσεις, με ότι μίσεψες για να γνωρίσεις, με ότι αγνόησες για να αντέξεις το αλάργεμα του.
Είχα ένα όνειρο, μου ΄πε κάποτε ένα κορίτσι. Ο ν ε ι ρ ο… σημείωσα στην ατζέντα μου. Αυτή την ατζέντα που με τα χρόνια εγκατέλειψα γιατί δεν άντεχα τα τόσα προδομένα όνειρα ανθρώπων που μου τα εμπιστεύονταν, λες και με εκλιπαρούσαν να τους δείξω τον τρόπο να τα κερδίσουν.
Ό ν ε ι ρ ο… επανέλαβα , αργά διεισδυτικά στα μάτια της. Όνειρο μου ξανάπε. Μίλησε μου γι΄ αυτό , συνέχισα, ακούγοντας ένα εσωτερικό αντίλαλο. Κάτι μου λέγε όλο αυτό … το ξέρω. Άλλωστε οι λέξεις που κρατάμε , είναι οι λέξεις που κάτι μας λένε. Τα πρόσωπα που κρατάμε είναι τα πρόσωπα που κάτι μας λένε. Τα όνειρα που κρατάμε είναι τα όνειρα που μας πονάνε. Οι ήχοι, οι κραυγές, οι μουσικές, οι εικόνες, ΟΛΑ , μένουν μέσα μας μόνο ΑΝ κάτι μας λένε. Αλλιώς είναι καταδικασμένα στην προσωπική μας λησμονιά. Αλλά αν μας λένε κάτι … τι λυτρωτικό θρόνο τους φτιάχνουμε; Τα τοποθετούμε εκεί και τους χαρίζουμε τις σκέψεις μας , το εγώ μας, τις ψυχές μας , το είναι μας. Κι έτσι ανώδυνα και αόρατα και άηχα και ανεπαίσθητα φτιάχνουμε απερίγραπτες και γοητευτικές διόδους για να αντέχουμε την απουσία όλων αυτών που αφήσαμε .Αρπάξαμε την ευκαιρία να μετεμψυχώσουμε τα χαμένα όνειρα και τους δώσαμε υπόσταση μέσα από ένα σωρό συμβολισμούς. Αυτούς δεν θα τους χαρίσουμε πουθενά, ποτέ… πρώτον γιατί δεν αντέχουμε να ξαναφήσουμε ότι συμβολίζουν για μας και δεύτερον γιατί είμαστε εμείς. Ποιός έχει κότσια να αφήσει τον εαυτό του; Ποιος έχει κότσια να εγκαταλείπει τους εσωτερικούς του πυλώνες; Ποιος έχει κότσια να αναλογιστεί ευθύνες; Ποιος έχει κότσια να χαριστεί; Ποιος έχει κότσια να ματώσει, δείχνοντας τη γύμνια του; Γύμνια…
Και τώρα αναλογιζόταν ένας φίλος … τι κάνω; τι ονειρεύομαι; Έχω δικαίωμα να ονειρεύομαι ή είναι μια πλάνη; Πλάνη... κοίτα λέξεις που διαλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε σα βάρκα που θα μας πάει απέναντι.Σα σανίδα σωτηρίας, σωτηρίας από ποιόν , από τι . Μην απαντήσετε ξέρω… ξέρετε, σωτηρία από μας . Δεν υπάρχει πιο δύσκολος κριτής από τη ματιά μας. Ποιός δε μπήκε στο πειρασμό να κλέψει λίγη από τη ματιά του, έτσι όπως αυτή καθρεφτιζόταν χαμένη , δοσμένη σε ένα είδωλο καθρέφτη; ποιός δε έπαιξε κρυφτό με τον εαυτό του μπροστά σε μια βιτρίνα , παριστάνοντας ότι κοιτά το περιεχόμενο της; Εσένα κοίταζες…. Εσένα. Το ξέρω , το ξέρεις. Το «γιατί» δε ξέρεις ή δε θέλεις να μάθεις. Γιατί άφησες όσα ονειρεύτηκες στο δικό σου πηγεμό για μια Ιθάκη. Μια Ιθάκη που πούλησες και ξεπούλησες στους πρώτους λωτοφάγους που συνάντησες και έτσι ξέχασες και έτσι ξεχάστηκες.
Αχ πόσες φορές δεν έπιασες τον εαυτό σου να μετρά θύμισες; πόσες φορές δεν τον τσάκωσες να τρομάζει χαμένος μέσα σε όλα αυτά τα ναυαγισμένα όνειρα και να μετρά ότι απέμεινε από τα συντρίμμια .Πόσες φορές δε λαχτάρισες κάτι μεγάλο που είχες ονειρευτεί και ύστερα τρόμαξες όπως τρομάζει σα μικρό παιδί που το πιάνουν κρυφά με το κουταλάκι μέσα στο βάζο να προσπαθεί να πιάσει αυτό το μικρό κουκουτσάκι από το γλυκό σταφύλι. Και όσο δε το πιάνει, τόσο η γλύκα του γυροφέρνει τη γλώσσα του, τόσο πολιορκεί τον ουρανίσκο του και αν δε το καταφέρει τότε αυτή η γλύκα θα μείνει εκεί καρφωμένη αιώνια σα μια ανάμνηση . Έτσι είναι και τα όνειρα, καρφωμένα σε μια ανάμνηση που έχεις δικαίωμα μόνο σε μια στιγμή , μόνο σε μια ανάσα της ζωής σου να τα μερώσεις, να τα τιθασεύσεις. Αλλιώς θα μείνουν όνειρα , βαλμένα κάπου εκεί μέσα σ΄ ένα κουτάκι που μοιάζει με παράδεισο και που κουρνιάζει μέσα μας για να συλλέγει υπομονετικά όλα αυτά που αφήνουμε πίσω μας .Άλλοτε τ΄ αφήνουμε ψυχρά γιατί δε χώραγε ο νους και η ψυχή τ΄ αλλιώτικο και άλλοτε γιατί ο πηγαιμός είναι σκληρός. Μα όσο σκληρός κι αν είναι τόσο η ματιά τού ξεφεύγει για να κοιτάξει πίσω, για να κλέψει μια δυο στιγμές από ότι του χάρισε η γοητεία, αυτή η ατέρμονη και πανέμορφα βασανιστική γοητεία ενός ονείρου.
Βέβαια με το χρόνο πίστεψα κάτι σοφό που πολλές φορές το είδα να απλώνεται πάνω στις δικές μου σκέψεις και να λειτουργεί ως γιατρικό. Περίπλοκο δεν ήταν, σοφό όμως ήταν και τα σοφά είναι τα απλά. Τίποτε δε γίνεται τυχαία. Ακόμη και το όνειρο που άφησες ή σε άφησε , δεν ήταν τυχαίο. Έτσι ήταν να γίνει για σένα , για μένα για κάποιο λόγο που κανείς δε ξέρει, κανείς δε καταλαβαίνει, κανείς δε πιστεύει παρά μόνο όταν το βλέπει παρακάτω.
Αν έχετε δει ποτέ αργαλειό , από αυτούς που γέμισαν τις ώρες, τις μέρες , τις ζωές των μανάδων ή των γιαγιάδων μας κι έμαθαν πάνω τους να κεντούν όλο τους τον κόσμο , μπορείτε να νοιώσετε τούτο που λέω. Βλέπεις στην αρχή κάποιες μονές κλωστές, πουθενά δεν ανταμώνουν, τίποτε δεν έχουν να πουν με την ύπαρξη τους. Μόνο στέκονται τεντωμένες, έτοιμες να σπάσουν μέχρι τη στιγμή που θα περάσει από μέσα τους με περίσσεια τέχνη μια σαΐτα γεμάτη με υφάδια και να τις μεταμορφώσει , να τους δώσει πνοή, να τις κάνει πλουμιστές. Και κείνες, θαρρείς πως χαίρονται που μέσα από τα σωθικά τους περνώντας το βελόνι τους έδωσε ζωή. Και βαθειά μέσα τους ξέρουν ότι πάνω στο δικό τους «είναι» πάτησε η ζωή για να υπάρξει. Αχ πόση αξία τους έδωσε. Κάπως έτσι τα όνειρα πατούν πάνω στο είναι μας και απλώνονται και μας παίρνουν μαζί τους, μας αφήνουμε να πολεμήσουμε για αυτά ή να πολεμήσουμε αυτά.
Κάπως έτσι τα βάζουν με θεριά ανήμερα, τα βάζουν με κύματα και δοκιμάζονται για τα μελλούμενα. Κάπως έτσι ζυγίζουν πόσο θα αντέξουν , κάπως έτσι μετρούν το λόγο που τα ξύπνησε, κάπως έτσι ψηλαφούν τη σύγκρουση με τα όνειρα των άλλων, κάπως έτσι αφήνονται μες στις ψυχές, μες στις λογικές και τα παράλογα και παίρνουν υπόσταση ή θάβονται για λίγο ή πολύ ή … για πάντα. Αφήνοντας πίσω τους μια απίστευτα γλυκιά αύρα . Αυτή η αύρα από μόνη της, φτάνει για να κάνει ένα όνειρο ανεξίτηλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...